3. Στον Άδη, στις Σειρήνες, στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη Το καράβι του Οδυσσέα ταξίδεψε ως το τέρµα του ωκεανού που βρισκόταν η είσοδος του Άδη. Μπήκε ο Οδυσσέας στον Άδη, έσκαψε λάκκο, έσφαξε µέσα δυο αρνιά και πρόσφερε δώρα στους πεθαµένους, αλεύρι, γάλα και κρασί, νερό και µέλι. Τότε µαζεύτηκαν πολλοί νεκροί τριγύρω. Ο Οδυσσέας είδε τον Αχιλλέα, τον Αγαµέµνονα κι άλλους πολλούς από αυτούς που σκοτώθηκαν στην Τροία. Από µακριά είδε και το Σίσυφο, που αγωνιζόταν ν’ ανεβάσει ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού.  Μετά από λίγο έφτασε κι ο µάντης Τειρεσίας και τότε ο Οδυσσέας τον ρώτησε πώς θα τα κατάφερναν να φτάσουν στην Ιθάκη. Ο µάντης του είπε: «Ο Ποσειδώνας σε µισεί, γιατί τύφλωσες τον Κύκλωπα Πολύφηµο, το γιο του. Όµως, αν δεν πειράξετε τα βόδια του θεού Ήλιου, όταν θα πάτε στο νησί του, θα φτάσετε µια µέρα στην Ιθάκη». Φεύγοντας απ’ τον Άδη, ο Οδυσσέας κι οι σύντροφοί του έφτασαν στο νησί των Σειρήνων. Αυτές µάγευαν τους ναυτικούς µε το γλυκό τραγούδι τους κι όταν αυτοί πλησίαζαν, τους έτρωγαν. Ο Οδυσσέας όµως, όπως τον είχε συµβουλέψει η Κίρκη, βούλωσε µε κερί των συντρόφων του τ’ αυτιά, για να µην ακούσουν τίποτε, και τους διέταξε τον ίδιο να τον δέσουνε σφιχτά στο κατάρτι του καραβιού του. Πλησιάζοντας τις Σειρήνες µαγεύτηκε απ’ το γλυκό τραγούδι τους και παρακαλούσε τους συντρόφους του να τον λύσουν. Μα εκείνοι τον έδεναν σφιχτότερα, ώσπου αποµακρύνθηκαν και δεν ακουγόταν πια το τραγούδι των Σειρήνων.
Πλησίασαν µετά το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Από το ένα µέρος του στενού η Χάρυβδη ρουφούσε το νερό της θάλασσας κι έπνιγε τα καράβια. Δεν την πλησίασαν και γλίτωσαν. Από το άλλο µέρος όµως η Σκύλλα, κουλουριασµένη στη σπηλιά της, τέντωσε τα έξι φοβερά κεφάλια της, άρπαξε έξι συντρόφους και τους έφαγε. Πέρασαν κλαίγοντας από το φοβερό στενό και βρέθηκαν στην ανοιχτή θάλασσα.
1. Ο Οδυσσέας καθισµένος κοιτάζει µε προσοχή το κεφάλι του µάντη Τειρεσία (κάτω), που του δίνει συµβουλές για το µέλλον. Από αρχαίο ελληνικό αγγείο. |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου